αδυναμία /a.ðu.naˈmi.a/ Noun

English
weakness
Nederlands
zwakte

Example

  • Ο ασθενής παραπονέθηκε για γενική αδυναμία (αδυναμία / κόπωση / εξάντληση) και κούραση.
  • The patient complained of general weakness and fatigue.
  • Εδώ τονίζεται η σωματική έλλειψη ενέργειας.