Χάος /ˈxa.os/ NounEnglishmessNederlandspuinhoopExampleΤα παιδιά άφησαν το σαλόνι σε πλήρη [ακαταστασία] — σαν να πέρασε ανεμοστρόβιλος.The kids left the playroom in a total mess.Εδώ το 'ακαταστασία' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.