αναστολή /anasˈtole/ Noun
- English
- suspension
- Nederlands
- schorsing
Example
- Ο μαθητής δέχτηκε **αναστολή** (αποβολή / τιμωρία / απέλαση) μίας εβδομάδας για τον καβγά.
- The student received a one-week suspension for fighting.
- Στην εκπαίδευση, η 'αναστολή' είναι ο τυπικός όρος.