Ανάπτυξη /anˈa.pti.ksi/ Noun

English
development
Nederlands
ontwikkeling

Example

  • Η **ανάπτυξη** του εμβρύου στη μήτρα είναι ένα θαύμα.
  • A baby’s development in the womb is a miracle.
  • Εδώ το «ανάπτυξη» είναι η πιο φυσική επιλογή για βιολογική διαδικασία.