απόδειξη /apˈðiksi/ Noun

English
proof
Nederlands
bewijs

Example

  • Οι φωτογραφίες είναι η **απόδειξη** ότι ήταν εκεί. (Η **απόδειξη** / Η **βεβαίωση** / Το **τεκμήριο**) — Οι φωτογραφίες επιβεβαιώνουν την παρουσία του.
  • The photos are proof that he was there.
  • Το 'απόδειξη' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.