αποφοιτώ /a.fo.fiˈto/ Ουσιαστικό
- English
- graduate
- Nederlands
- afgestudeerde / afstuderen
Example
- Η εταιρεία προσλαμβάνει νέους **απόφοιτους** για το πρόγραμμα πρακτικής άσκησης.
- The company is hiring recent graduates for their internship program.
- Το 'απόφοιτος' είναι το πιο συνηθισμένο και ουδέτερο.