αποκλειστικά /apoklisˈtiːka/ Adverb

English
purely
Nederlands
uitsluitend / puur

Example

  • Το έκανα **αποκλειστικά** για την εμπειρία.
  • I did it purely for the experience.
  • Εδώ το 'αποκλειστικά' τονίζει τον μοναδικό λόγο.