απάντηση /apándisi/ Noun

English
response
Nederlands
antwoord

Example

  • Δεν έλαβε καμία [Αντίδραση / Ανταπόκριση / Απάντηση] στην ερώτησή μου.
  • She made no response to my question.
  • Η 'απόκριση' εδώ τονίζει την έλλειψη αντίδρασης.