Απομόνωση /apomónosi/ Noun
- English
- isolation
- Nederlands
- isolatie
Example
- Η γεωγραφική απομόνωση [απομόνωση / απομόνωση / απομόνωση] της κοιλάδας τη διατήρησε πολιτισμικά μοναδική.
- The geographical isolation of the valley kept it culturally unique.
- Εδώ τονίζεται η φυσική απόσταση που οδηγεί σε πολιτισμική διατήρηση.