Απών /aˈpon/ AdjectiveEnglishabsentNederlandsafwezigExampleΟ Γιάννης ήταν [απών] (απών / vαπών / vεκτός) από τη δουλειά για δύο εβδομάδες.He was absent from work for two weeks.Το 'απών' είναι η πιο άμεση και ουδέτερη μετάφραση.