Αρχιτεκτονική /ar.çi.tek.to.niˈki/ NounEnglisharchitectureNederlandsarchitectuurExampleΑυτή η φοιτήτρια σπουδάζει [αρχιτεκτονική] στο Λονδίνο.She is currently studying architecture in London.Η λέξη είναι άκλιτη σε αυτό το πλαίσιο.