Αγωνιστικός /aɣonistiˈkos/ Επιθετικό

English
sporting
Nederlands
sportief

Example

  • Η σχολή οργάνωσε μια μεγάλη αθλητική εκδήλωση για την κοινότητα. (Αθλητικός / Αγωνιστικός / Γυμναστικός) — Η λέξη 'αθλητικός' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.
  • The school organized a major sporting event for the community.
  • Το 'αθλητικός' καλύπτει όλο το φάσμα των σπορ.