Αξιοπρέπεια /aksioprépjea/ Noun
- English
- dignity
- Nederlands
- waardigheid
Example
- Δέχτηκε την κριτική με σιωπηλή **αξιοπρέπεια** (τιμή / σεβασμό / υπόληψη) — σαν να μην την άγγιξε.
- She accepted the criticism with quiet dignity.
- Η 'σιωπηλή αξιοπρέπεια' είναι κλασική, δυνατή έκφραση.