ΜΠΟΥΜ /buːm/ Noun

English
boom
Nederlands
opleving

Example

  • Η ποιότητα ζωής γνώρισε ραγδαία **άνθηση** μετά τον πόλεμο.
  • Living standards improved rapidly during the post-war boom.
  • Εδώ το «μπουμ» μεταφράζεται ως η περίοδος της μεγάλης ανόδου.