Σωστός /soˈstos/ Adjective

English
correct
Nederlands
juist/corrigeren

Example

  • Παρακαλώ επιβεβαιώστε ότι έχετε τη σωστή (ακριβή / ενδεδειγμένη / δέουσα) διεύθυνση πριν την αποστολή.
  • Please ensure you have the correct address before shipping.
  • Στα ελληνικά, η επιβεβαίωση της διεύθυνσης είναι τυπική διαδικασία.