Διαδραστικός /ðiaðraˈstikos/ Adjective
- English
- interactive
- Nederlands
- interactief
Example
- Το μουσείο διαθέτει **διαδραστικές** (αλληλεπιδραστικός / ενεργός / ζωντανός) οθόνες για τα παιδιά.
- The museum features interactive displays for children.
- Το 'διαδραστικός' είναι το πιο συνηθισμένο για τεχνολογία/εκπαίδευση.