διάφορα /ðiaˈfora/ Adjective
- English
- various
- Nederlands
- allerlei
Example
- Το κατάστημα πουλάει **διάφορα** είδη βιολογικών προϊόντων. (Ποικίλα / Άλλα)
- The store sells various types of organic produce.
- Το «διάφορα» εδώ είναι ουδέτερο πληθυντικού, τονίζοντας την ποικιλία.