Shipping (ως ρήμα/υποστήριξη ζευγαριών) /ˈʃɪpɪŋ/ NounEnglishshippingNederlandsverzendingExampleΤο κανάλι είναι ανοιχτό για την [Διακίνηση] (Μεταφορά / Αποστολές).The canal is open to shipping.Εδώ το 'shipping' αφορά τη διέλευση πλοίων.