Διττός / Διπλός /ˈdjuːəl/ Adjective
- English
- dual
- Nederlands
- tweeledig / dubbel
Example
- Το λογισμικό έχει **δυϊκό** χαρακτήρα: λειτουργεί online και offline.
- The car features a dual climate control system.
- Εδώ τονίζεται η ταυτόχρονη ύπαρξη δύο λειτουργιών.