εφιάλτης /efˈjaltis/ Noun

English
nightmare
Nederlands
nachtmerrie

Example

  • Ξύπνησε ουρλιάζοντας από έναν [εφιάλτη] — [Τρόμος] / [Βραχνάς] / [Κόλαση].
  • She woke up screaming from a nightmare.
  • Το 'εφιάλτης' είναι η πιο άμεση μετάφραση για το όνειρο.