έφηβος/η (teenager) έφηβος/η Noun

English
teens
Nederlands
tieners

Example

  • Άρχισε να γράφει ποίηση στα [η εφηβεία] της.
  • She began writing poetry in her teens.
  • Εδώ χρησιμοποιούμε τον ενικό 'η εφηβεία' ως αφηρημένη έννοια της περιόδου.