εγκληματίας /eŋkli.maˈtias/ Noun

English
criminal
Nederlands
crimineel

Example

  • Η αστυνομία αναζητά τον επικίνδυνο **κακοποιό** (απατεώνας / ληστής / φυγόδικος) — Η αστυνομία αναζητά τον επικίνδυνο εγκληματία.
  • The police are searching for the dangerous criminal.
  • Το 'κακοποιός' είναι πιο άμεσο και συχνό στον λόγο.