Εκλογικός /ekloʝiˈkos/ Εκλογικός
- English
- electoral
- Nederlands
- kiesrechtelijk
Example
- Η εκλογική επιτροπή (εκλογικός/ψηφοφορικός/αναδειχτικός) ανακοίνωσε τα αποτελέσματα.
- The electoral commission announced the results.
- Η 'επιτροπή' είναι το κλασικό ουσιαστικό που ακολουθεί.