απογοητευτικό /a.po.i̯e.ftef.tiˈko/ Εκνευριστικός

English
frustrating
Nederlands
frustrerend

Example

  • Είναι **απογοητευτικό** (ματαίωση προσδοκιών / απογοήτευση) να πρέπει να περιμένεις τόσο πολύ για μια απάντηση.
  • It's frustrating to have to wait so long for a response.
  • Εδώ το 'απογοητευτικό' τονίζει την ματαίωση της προσδοκίας για άμεση απάντηση.