Έντονος /prəˈnaʊnst/ Adjective
- English
- pronounced
- Nederlands
- duidelijk
Example
- Η εταιρεία είδε μια [Έντονη] μείωση των πωλήσεων αυτό το τρίμηνο.
- The company saw a pronounced decline in sales this quarter.
- Εδώ το 'Έντονος' (ως επίθετο) ταιριάζει καλύτερα από το 'Προφανής'.