Επιμελής / Αφοσιωμένος /epiˈmelis/ Επίθετο

English
assiduous
Nederlands
toegewijd

Example

  • Η [Επιμελής / φιλότιμος / ακούραστος] της προσπάθεια να μάθει το νέο λογισμικό απέδωσε καρπούς.
  • She was assiduous in her efforts to learn the new software.
  • Το 'επιμελής' τονίζει την ποιότητα της φροντίδας.