Επίμονος /epiˈmonos/ Επίθετο
- English
- tenacious
- Nederlands
- vastberaden
Example
- Ήταν **επίμονος** (Αταλάντευτος / Πεισματάρης) στην επιδίωξη των στόχων του.
- He was tenacious in his pursuit of his goals.
- Εδώ τονίζεται η ψυχική δύναμη και η μη παραίτηση.