επιβάλλω /epivaˈlo/ Verb
- English
- impose
- Nederlands
- opleggen
Example
- Η κυβέρνηση **επέβαλε** (επιβάλλω/αόριστος) **βαρύτατους** (επιβάλλω / επιβάλλω / επιβάλλω) **περιορισμούς** (επιβάλλω / επιβάλλω / επιβάλλω) στην κατανάλωση νερού.
- The government imposed a ban on single-use plastics.
- Το 'επιβάλλω' είναι η πιο δυνατή και επίσημη επιλογή για νόμους/ποινές.