Επιβιώνω / Επιβιώσω /epiˈvi.o/ Ρήμα
- English
- survive
- Nederlands
- overleven
Example
- Η εταιρεία πάλεψε, αλλά κατάφερε να [επιβιώσει] (αντέξει / διατηρηθεί / κρατηθεί) την ύφεση.
- The company struggled but managed to survive the recession.
- Το 'επιβιώνω' εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή για οικονομική κρίση.