έρευνα /eˈrevna/ NounEnglishinvestigationNederlandsonderzoekExampleΗ αστυνομία ξεκίνησε **έρευνα** για ανθρωποκτονία.The police launched a murder investigation.Το 'έρευνα' είναι η πιο φυσική επιλογή για νομικές/αστυνομικές υποθέσεις.