Εθελοντής /eθɛlɔnˈdis/ Ουσιαστικό
- English
- volunteer
- Nederlands
- vrijwilliger
Example
- Η οργάνωση βασίζεται στους εθελοντές για να ταξινομήσουν τις δωρεές.
- The charity relies on volunteers to sort donations.
- Το 'εθελοντής' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.