εξωτερικός /eksteɾiˈkos/ Adjective
- English
- outer
- Nederlands
- buitenste
Example
- Τα εξωτερικά στρώματα του δέρματος προστατεύουν το σώμα. (Τα εξωτερικότερα στρώματα του δέρματος προστατεύουν το σώμα.)
- The outer layers of the skin protect the body.
- Το 'εξωτερικά' (επίρρημα) χρησιμοποιείται εδώ ως επίθετο, κάτι που είναι κοινό.