εξωτικό /eksoˈtikos/ Adjective

English
exotic
Nederlands
exotisch

Example

  • Ο κήπος γέμισε με εξωτικές ορχιδέες. (Τοπική ομορφιά / σπανιότητα)
  • The garden was filled with exotic orchids.
  • Εδώ τονίζουμε την ομορφιά και την προέλευση.