υπερβολικός /ivɛrvoˈliˈkos/ Adjective
- English
- extra
- Nederlands
- extra / bovenop
Example
- Έφερε έξτρα προμήθειες για όσους είχαν ξεχάσει τις δικές τους.
- She brought extra supplies for those who had forgotten theirs.
- Το 'έξτρα' εδώ είναι άμεσο και κατανοητό από όλους.