αστραπή / φλας /as.traˈpi/ Noun

English
flash
Nederlands
flits

Example

  • Η αστραπή [αστραπή / αναλαμπή / φλας] φώτισε το δωμάτιο.
  • A flash of lightning lit up the room.
  • Εδώ το 'φλας' είναι πιο τεχνικό, η 'αστραπή' είναι φυσικό φαινόμενο.