λουλούδι /luˈluði/ Noun

English
flower
Nederlands
bloem

Example

  • Το φυτό έχει ένα όμορφο λαμπερό κόκκινο άνθος (λουλούδι / άνθος / βλαστάρι).
  • The plant has a beautiful bright red flower.
  • Το 'άνθος' δίνει μια πιο φωτεινή, αρχαία αίσθηση.