Φορτηγό /for.tiˈɣo/ Noun
- English
- truck
- Nederlands
- vrachtwagen
Example
- Το **φορτηγό** (καμιόν / εμπορευματικό / φορτηγό) έφτασε νωρίς σήμερα το πρωί για την παράδοση.
- The delivery truck arrived early this morning.
- Το 'φορτηγό' είναι ο πιο κοινός όρος.