Φρουρώ / Φρουρός /fruˈro/ Noun
- English
- guard
- Nederlands
- bewaker / bewaken
Example
- Ο [φρουρός] (φύλακας / προστάτης / ασφαλίτης) περπατούσε την περίμετρο της φυλακής.
- The prison guard walked the perimeter.
- Εδώ το 'φρουρός' είναι η πιο ταιριαστή λέξη για επίσημη φύλαξη.