Γεωγραφία /ʝeoɣraˈfia/ Noun

English
geography
Nederlands
aardrijkskunde

Example

  • Θέλει να σπουδάσει **Γεωγραφία** — η **Γη** και **τοπίο** είναι το πάθος της.
  • She is pursuing a degree in geography.
  • Η λέξη είναι θηλυκή, οπότε χρησιμοποιούμε το άρθρο 'Η'.