κόσμος /ˈkozmos/ Noun
- English
- globe
- Nederlands
- de wereld / de aardbol
Example
- Τουρίστες από κάθε γωνιά της **οικουμένης** επισκέπτονται αυτή την πόλη.
- Tourists from every corner of the globe visit this city.
- Η 'οικουμένη' δίνει μια πιο ποιητική, ιστορική χροιά.