Ιδιοκτήτης /i.ðioˈk.ti.tis/ Noun

English
owner
Nederlands
eigenaar

Example

  • Ο ιδιοκτήτης του σκύλου τον βόλταρε στο πάρκο.
  • The dog owner walked his pet in the park.
  • Εδώ το 'ιδιοκτήτης' είναι το πιο ουδέτερο.