Ιερέας /i.eˈrɛ.as/ Noun
- English
- priest
- Nederlands
- priester
Example
- Ο [ιερέας] (παπάς / πνευματικός / αρχιερέας) ευλόγησε το νέο κοινοτικό κέντρο.
- The parish priest blessed the new community center.
- Το 'παπάς' είναι πιο οικείο, το 'ιερέας' πιο επίσημο.