ηλίθιος /iˈliθios/ Noun

English
idiot
Nederlands
idioot

Example

  • Ένιωσα σαν **ηλίθιος** όταν συνειδητοποίησα ότι ήμουν στη λάθος πύλη.
  • I felt like such an idiot when I realized I was at the wrong gate.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το επίθετο ως ουσιαστικό, η πιο φυσική μορφή.