καταστρέφω ολοσχερώς /dɛvəˈsteɪt/ ΡήμαEnglishdevastateNederlandsontredderen / verwoestenExampleΟ σεισμός [ισοπεδώνει / συντρίβει / ρημάζει] τις παλιές συνοικίες.The tsunami devastated the coastline.Εδώ τονίζεται η φυσική, εκτεταμένη ζημιά.