Καθαρός /kaˈθaɾos/ Adjective

English
clean
Nederlands
schoon

Example

  • Είναι τα χέρια σου καθαρά (εξετάζω / ελέγχω / διαπιστώνω);
  • Are your hands clean?
  • Συχνή ερώτηση για υγιεινή ή ηθική ακεραιότητα.