Κυκλοφορία /t͡ʃikloforˈi.a/ Noun

English
circulation
Nederlands
circulatie

Example

  • Η τακτική άσκηση βελτιώνει την [κυκλοφορία] του αίματος.
  • Regular exercise will improve blood circulation.
  • Εδώ το 'κυκλοφορία' είναι το απόλυτο ιατρικό standard.