Μίλησες! / Κάνω διάλεξη /pritch/ Verb

English
preach
Nederlands
prediken

Example

  • Κήρυξε [κηρύττω (Αόριστος: κήρυξα)] — με πάθος — στην εκκλησία για τη δύναμη της συγχώρεσης.
  • She preached to the congregation about the power of forgiveness.
  • Εδώ το κηρύττω είναι η πιο επίσημη επιλογή.