Σχίζω /ˈsçi.zo/ Ρήμα
- English
- slash
- Nederlands
- schuine streep / doorsnijden
Example
- Ο ληστής [χαράσσω (αόριστος: χάραξε)] το παλτό του θύματος.
- The attacker slashed the victim's coat.
- Εδώ το 'χαράσσω' δίνει μια πιο έντονη, σχεδόν γραφική εικόνα της ζημιάς.