κριτικός /kriˈtiˈkos/ Noun
- English
- critic
- Nederlands
- criticus
Example
- Ο **κριτικός** κινηματογράφου έδωσε στο φιλμ μια λαμπερή κριτική. [Ο **κριτικός** (σχολιαστής / αξιολογητής) — του: The film critic gave the movie a glowing review.]
- The film critic gave the movie a glowing review.
- Εδώ τονίζουμε την επαγγελματική του ιδιότητα.