Μάρτιος /ˈmaɾtios/ Noun

English
march
Nederlands
maart

Example

  • Ο καιρός αρχίζει να [Βρομεράς / Βρομεράς / Βρομεράς] — καθώς έρχεται η άνοιξη.
  • The weather starts to improve in March.
  • Ο Μάρτιος είναι συνώνυμος της αλλαγής του καιρού.